ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ: «Τροποποίηση του ν.3213/2003, δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημοσίων λειτουργών, ιδιοκτητών ΜΜΕ και άλλων κατηγοριών προσώπων» - 22/03/12

 Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η διαφθορά είναι δυστυχώς φαινόμενο διαχρονικό και παγκόσμιο. Όταν μάλιστα εμφανίζεται στους κύκλους των ασκούντων εξουσία το ζήτημα διογκώνεται, καθώς πλέον το πρόβλημα δεν είναι αυτή καθεαυτή η διαφθορά και η απαξία της πράξης, αλλά η απαξίωση ολόκληρου του πολιτικού συστήματος και σταδιακά και του ίδιου του θεσμού της Δημοκρατίας.
 
Γι’ αυτό, όπως αναφέρει και ο Αριστοτέλης στα «ΠΟΛΙΤΙΚΑ», «μέγιστο θέμα για κάθε πολιτεία είναι να επιτευχθεί δια της νομοθεσίας και της λοιπής ρύθμισης της οικονομίας, να μην μπορούν οι άρχοντες να πλουτίσουν από τα αξιώματά τους».
 
Στο σύγχρονο Ελληνικό Κράτος ο πρώτος νόμος περί του «πόθεν έσχες» των δημοσίων ανδρών ψηφίστηκε από τη Βουλή το 1964 και τον έφερε προς ψήφιση η Κυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου, μόλις έξι (6) μήνες από την ανάληψη των καθηκόντων του. Ο Γ. Παπανδρέου, λάτρης της αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας και βαθύς γνώστης των θεσμών της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, ενσωματώνει θεσμούς της Αθηναϊκής Δημοκρατίας στο νόμο αυτό.
 
Με το νόμο αυτό επανήλθε το απαράγραπτο της υποχρέωσης των δημοσίων ανδρών για δήλωση «πόθεν έσχες» (αφού η υποχρέωση αυτή είχε αφετηρία την 1η Απριλίου 1946) και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να υποβάλει μήνυση εναντίων των παραβατών δημοσίων ανδρών, σε αντιστοιχία με το θεσμό της «εισαγγελίας» των πολιτών της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.
 
Σήμερα ισχύει ο ν. 3213/2003, ο οποίος πρέπει να εκσυγχρονιστεί και να βελτιωθεί, ώστε να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες απαιτήσεις και ιδίως στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται από το διαρκώς εξελισσόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
 
Τα κενά των νόμων και η ανυπαρξία ελεγκτικών μηχανισμών για την τήρησή τους, συντηρούν και αυξάνουν τη διαφθορά. Ιδιαίτερα σήμερα που οι μηχανισμοί της παγκόσμιας διαφθοράς είναι εξελιγμένοι και πανίσχυροι, με off-shore εταιρίες, εξωχώριους λογαριασμούς, παρένθετα πρόσωπα (αχυράνθρωποι) και χρηματιστές, είναι ανάγκη να βελτιωθεί τόσο το σύστημα ελέγχου, όσο και να γίνουν πιο αυστηρές οι κυρώσεις για όσους υποκρύπτουν περιουσιακά στοιχεία υποβάλλοντας ανακριβείς ή ψευδείς δηλώσεις, ώστε η απειλή και μόνο των κυρώσεων να λειτουργεί αποτρεπτικά.
 
Για να μη μηδενίζουμε, όμως, τις προσπάθειες που έχουν γίνει, οφείλουμε να αναφέρουμε και τις σημαντικές μεταβολές που επέφερε ο ν. 3849/2010, με την μετατροπή του αδικήματος του παράνομου πλουτισμού σε κακούργημα (αν το όφελος υπερβαίνει τις εβδομήντα τρεις χιλιάδες ευρώ (€73.000), και άρα και την επιμήκυνση του χρόνου παραγραφής, με την έκπτωση του υπαιτίου από το αιρετό αξίωμα, και την παραπομπή σε εισαγγελέα των πολιτικών που αποκρύπτουν περιουσιακά στοιχεία, και ήδη είχαμε δύο παραπομπές πρώην Υπουργών.
 
Η ανάγκη, βέβαια, πλήρους και εξονυχιστικού ελέγχου καθίσταται ολοένα και πιο επιτακτική, ειδικά σήμερα που το πολιτικό σύστημα αμφισβητείται εντονότατα και απαξιώνονται συνεχώς τα πρόσωπα που το αποτελούν.
 
Όσο μειώνονται οι μισθοί και οι συντάξεις, αυξάνεται η ανεργία και υποβαθμίζεται δυστυχώς το βιοτικό επίπεδο των πολιτών, τόσο πιο προκλητικά φαντάζουν τα σκάνδαλα και ο παράνομος πλουτισμός και τόσο πιο επιτακτική γίνεται η ανάγκη για απόλυτη διαφάνεια στο δημόσιο βίο.
 
Άλλωστε ένα αυστηρό σύστημα ελέγχου και τιμωρίας, θα είναι η ασπίδα και όλων όσων ουδέποτε καταχραστήκαμε χρήματα, ούτε πλουτίσαμε παράνομα εις βάρος της χώρας, και με απόλυτη ειλικρίνεια υποβάλλουμε κάθε φορά τις περιουσιακές μας δηλώσεις.
 
Πρέπει επιτέλους να μπει ένα τέλος στη γενικευμένη απαξίωση, στο μηδενισμό, στην άποψη ότι «όλοι ίδιοι είμαστε». Φτάσαμε στο σημείο να επιζητούμε οι ίδιοι οι βουλευτές τον πλήρη έλεγχο των περιουσιακών μας στοιχείων για να προστατευθούμε από τη γενικευμένη κατακραυγή. Γίναμε δυστυχώς ο εύκολος στόχος, και υφιστάμεθα όλοι αδιακρίτως επικρίσεις και μομφές λες και ευθυνόμαστε εμείς, και μάλιστα οι τωρινοί βουλευτές, για την επί πολλών ετών κατασπατάληση δημοσίου χρήματος. Πρέπει να αποδείξουμε την εντιμότητά μας, η οποία όχι απλώς δεν θεωρείται δεδομένη, αντιθέτως και μόνο η ιδιότητα του πολιτικού μας καθιστά εξ αρχής ύποπτους.
 
Θεωρώ ότι πέρασε περίπου μισός αιώνας, 48 ακριβώς χρόνια, καταγράφεται και στην αιτιολογική έκθεση, από το νόμο για την τιμή και την προστασία του πολιτικού κόσμου, από τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Πολλά έχουν ειπωθεί, αλλά μετά από τόσα χρόνια δεν έχει καθιερωθεί ένα καθολικό πόθεν έσχες. Βάλλεται αυστηρά και μόνο το στενό κομμάτι του πολιτικού κόσμου, αλλά δυστυχώς δεν βλέπουν το φως της δημοσιότητας στοιχεία για όσους έρχονται σε απευθείας συνεννοήσεις με επιχειρηματίες και εργολάβους, εμπλέκονται σε απευθείας αναθέσεις, και είναι γνωστό ότι τα συρτάρια πολλών φορέων και υπηρεσιών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα είναι γεμάτα από μελέτες και έργα με απευθείας αναθέσεις. Και τώρα δεν γνωρίζω, με αφορμή τις μνημονιακές υποχρεώσεις, πόσες απευθείας αναθέσεις  υπάρχουν και εάν έχουν τηρηθεί οι όροι διαφάνειας.
 
Άρα, λοιπόν πόσο μεγάλη ανάγκη έχουμε από ένα καθολικό πόθεν έσχες, αλλά και ανάγκη για διαφάνεια στην εξέλιξη της οποιασδήποτε υπόθεσης, αφού διαπιστώνεται δηλαδή η όποια παράβαση να γνωρίζουμε την εξέλιξη αυτής. Μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει γνωστό, σε παραβάσεις που έχουν διαπιστωθεί, τι έχει γίνει τελικά, ποια είναι η εξέλιξη, αν αποδόθηκαν τα χρήματα.
 
Πιστεύω ότι, έστω και την ύστατη ώρα, θα πρέπει να στρέξουμε προς αυτή την κατεύθυνση, διότι ο χρόνος μας υποχρεώνει να αποδώσουμε στον καθένα την ευθύνη που του αναλογεί.
 
Η σημερινή πρόταση νόμου κατατέθηκε με πρωτοβουλία του πρώην Προέδρου της Βουλής κ. Κακλαμάνη και είναι σημαντικό ότι έτυχε της άμεσης ανταπόκρισης μεγάλου αριθμού βουλευτών, οι οποίοι τη συνυπογράψαμε και τη στηρίζουμε, πιστεύοντας ότι είναι ένα ακόμη βήμα στη κάθαρση του δημόσιου βίου.
 
Είναι μάλιστα πολύ σημαντικό ότι ελήφθησαν σοβαρά υπόψη οι παρατηρήσεις όλων των κομμάτων στην Επιτροπή, προκειμένου το τελικό σχέδιο της πρότασης νόμου να λάβει την αρτιότερη μορφή.
 
Οι σημαντικές τομές που εισάγει είναι τρεις:
1ον ) η ανάρτηση στο διαδίκτυο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης όλων των υπόχρεων σε υποβολή δήλωσης προσώπων. Όχι, δηλαδή, μόνο των υπουργών, βουλευτών κλπ, αλλά και των γενικών και ειδικών γραμματέων Υπουργείων, των δημάρχων, αντιδημάρχων, προέδρων και διευθυντών ΝΠΔΔ, δημοτικών και δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, δικαστών, διοικητών πιστωτικών ιδρυμάτων κλπ.
 
2ον) η ηλεκτρονική επεξεργασία των δηλώσεων, ώστε να αποτιμάται και να προκύπτει και η χρηματική αξία κινητής και ακίνητης περιουσίας, και
3ον) η δήλωση παραίτησης από κάθε ενοχικό ή εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητα, κινητά, χρήματα, που δεν έχουν δηλωθεί στη δήλωση πόθεν έσχες και η περιέλευση της κυριότητας αυτών στο Ελληνικό Δημόσιο.
 
Ήδη, βέβαια, με το ν. 3849/2010 είχε θεσμοθετηθεί η δήμευση περιουσιακών στοιχείων, που δεν δικαιολογούνται από το πόθεν έσχες, διάταξη που συνεχίζει να ισχύει.
 
Δυστυχώς, όμως, η διάταξη αυτή παραμένει ανεφάρμοστη, όσο οι έλεγχοι δεν αναβαθμίζονται. Και αυτό είναι ένα βασικό σημείο, που πρέπει να προσέξουμε. Όσο κι αν εξελίσσεται και βελτιώνεται το θεσμικό πλαίσιο, δεν έχει καμία σημασία αν δεν τυγχάνει ορθής και απόλυτης εφαρμογής. Και στην προκειμένη περίπτωση αυτό εναπόκειται στη σωστή λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών.
 
Οι αλλαγές που εισάγει αυτή η πρόταση νόμου στον έλεγχο του πόθεν έσχες είναι αναντίρρητα ουσιώδεις. Είναι μία προσπάθεια για να εδραιωθεί και στη συνείδηση των πολιτών ότι και κρινόμαστε και ελεγχόμαστε.
 
Πρέπει, βέβαια, να έχουμε κατά νου ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους Αντιπροσώπους του έχει εν πολλοίς χαθεί, η αξιοπιστία του πολιτικού κόσμου έχει τρωθεί και αυτό είναι η ρίζα του προβλήματος, είναι ο λόγος της μαζικής απαξίωσης και δεν αφορά μόνο τον έλεγχο των οικονομικών μας στοιχείων. Αφορά στις πράξεις μας και τη συνολική μας στάση, στο να αναδείξουμε ότι υπάρχει πίστη και ηθική, στις αποφάσεις και στις ενέργειές μας.
 
Η κατάληψη δημοσίων αξιωμάτων πρέπει να είναι η προέκταση των πολιτικών και κοινωνικών αγώνων του καθενός για το καλό του τόπου και όχι η ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και ο αθέμιτος πλουτισμός.
 
Είναι καιρός ο καθένας να αναλάβει την ευθύνη του και να υποστεί τις θεσμοθετημένες κυρώσεις, διότι θεμελιώδες πια στοιχείο είναι η ηθική της πολιτικής και αυτό δεν είναι μια φράση κενού περιεχομένου, αλλά είναι όλη η ουσία της πολιτικής.
 Με αυτές τις σκέψεις ψηφίζω την παρούσα πρόταση νόμου.
 Σας ευχαριστώ.