Ομιλία για την κτηνοτροφία και τις κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις - 07/03/2012

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Η κτηνοτροφία αποτελεί νευραλγικό τομέα της αγροτικής παραγωγής. Η σύνδεση φυτικής και ζωικής παραγωγής είναι ιδιαίτερα στενή και πρέπει να αναπτύσσονται ισόβαθμα για να μπορούμε να μιλάμε για ανάπτυξη και αειφορία, όπως συμβαίνει άλλωστε στις περισσότερες χώρες.
Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση η ζωική παραγωγή είναι σχεδόν ισοσταθμισμένη με τη φυτική παραγωγή, ενώ στη χώρα μας η φυτική παραγωγή αντιπροσωπεύει το 73% της συνολικής αξίας της αγροτικής παραγωγής και η κτηνοτροφική μόλις το 27%, δηλαδή περίπου το 1/4 της ακαθάριστης αξίας της αγροτικής παραγωγής, κατέχοντας την τελευταία θέση ανάμεσα στα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η κτηνοτροφία διέρχεται περίοδο κρίσης και οι κτηνοτρόφοι αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Μόνο την τελευταία πενταετία το μέσο αγροτικό εισόδημα μειώθηκε κατά 14,2% σε αντίθεση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες στις οποίες αυξήθηκε κατά 12,3%. Σε εξαιρετικά δεινή θέση βρίσκεται η αγελαδοτροφία, ένας κλάδος που διαρκώς συρρικνώνεται.
Το κόστος των ζωοτροφών συνεχώς αυξάνεται, τα μέσα χρηματοδότησης (δάνεια κλπ.) έχουν σχεδόν εκλείψει, οι εταιρείες που απορροφούν τα προϊόντα αγοράζουν σε σταθερή τιμή παρά το αυξανόμενο κόστος παραγωγής, πλέον του ότι καθυστερούν σημαντικά τις πληρωμές, κι απ’ την άλλη πλευρά τα εισαγόμενα προϊόντα είναι ιδιαίτερα ανταγωνιστικά, λόγω χαμηλότερης τιμής διάθεσης στην αγορά.
Παρόλο, λοιπόν, που οι Έλληνες καταναλωτές προτιμούν τα εγχώρια προϊόντα, εντούτοις καταλήγουν να διατρέφονται κατά κύριο λόγο με εισαγόμενα προϊόντα.
Η χώρα δαπανά καθημερινά περίπου εφτά εκατομμύρια ευρώ (€7.000.000) για εισαγωγή γάλατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, ενώ τις ανάγκες αυτές θα μπορούσαμε να καλύψουμε με τις δικές μας δυνάμεις.
Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές κρέατος αποτελούν περίπου το 21% και οι εισαγωγές γάλατος και γαλακτοκομικών περίπου το 16% των συνολικών γεωργικών μας εισαγωγών.
Απώτερη συνέπεια είναι, βέβαια, η σταδιακή οικονομική εξαθλίωση ειδικά των μικρών εγχώριων κτηνοτροφικών μονάδων, την ίδια στιγμή που περίπου ενάμισι δισεκατομμύρια ευρώ δαπανώνται ετησίως για τις εισαγωγές των προϊόντων αυτών.
Και όλα αυτά σε μία περίοδο που υπάρχει αυξημένη ζήτηση κτηνοτροφικών προϊόντων στη διεθνή αγορά.
Ήδη εδώ και μια διετία έχει αυξηθεί κατακόρυφα η ζήτηση αγροτικών προϊόντων από εκατομμύρια ανθρώπους σε Κίνα, Ινδία, Βιετνάμ κλπ. που βελτίωσαν το εισόδημά τους και ως εκ τούτου εμπλούτισαν τη διατροφή τουςσε κρέας, γάλα και γεωργικά προϊόντα. Μόνο η Κίνα καταναλώνει ετησίως περίπου το 14% της παγκόσμιας παραγωγής γάλατος.
Σε μία αγορά που διαρκώς διευρύνεται, αλλά και με υπαρκτό τον κίνδυνο παγκόσμιας επισιτιστικής κρίσης που ήδη έχει αρχίσει να διαφαίνεται και αναμένεται να κορυφωθεί τα επόμενα έτη, είναι ανάγκη για τη χώρα μας να δώσει έμφαση στον πρωτογενή τομέα, ώστε να διασφαλίζουμε κατά πρώτον τη διατροφική μας επάρκεια, αλλά είναι και ευκαιρία να δώσουμε νέα δυναμική στην ανάπτυξη της ελληνικής κτηνοτροφίας και να αυξήσουμε την εξαγωγική μας δύναμη.,
Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο πρωτογενής τομέας, τόσο η γεωργία όσο και η κτηνοτροφία, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση.
Ταυτόχρονα, δεν πρέπει να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η ανάπτυξη της πρωτογενούς παραγωγής συνδέεται άρρηκτα με την ανάπτυξη της περιφέρειας, τη βιωσιμότητα της υπαίθρου, την παραμονή του αγροτικού πληθυσμού σ’ αυτές και μπορεί να λειτουργήσει ως αντίμετρο στην ολοένα αυξανόμενη ανεργία.
Ήδη από τις αρχές του 2011 διαπιστώθηκε στροφή των αγροτών προς την κτηνοτροφία. Απαιτείται, όμως, ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία, η στήριξη του Κράτους, η εξασφάλιση σταθερού και σαφούς επαγγελματικού πλαισίου, πολύπλευρος και ολοκληρωμένος σχεδιασμός για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας. 
Και ασφαλώς απαιτείται μεγαλύτερη στήριξη και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η κτηνοτροφία υπολείπεται έναντι άλλων κλάδων σε ενισχύσεις, γεγονός που ελπίζουμε να αλλάξει με τη νέα ΚΑΠ 2014-2020.
Το σημερινό νομοσχέδιο φέρει ομολογουμένως σημαντικές βελτιώσεις στο ισχύον νομοθετικό πλαίσιο αδειοδότησης και λειτουργίας της κτηνοτροφικής παραγωγής.
Προβλέπει καταρχάς τηντακτοποίηση των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων που σήμερα λειτουργούν χωρίς αδειοδότηση. Πρόκειται για 99.596 μονάδες, αφού από τις 115.885 μονάδες που λειτουργούν στην Ελλάδα, μόνο οι 16.289 έχουν άδεια λειτουργίας.
Πλέον, θεσμοθετείται απλοποιημένη  διαδικασία αδειοδότησης, ενώ παράλληλα εξαιρούνται  από την κατεδάφιση και απαλλάσσονται από τα πρόστιμα οι κτηνοτρόφοι που διατηρούν αυθαίρετες και μη αδειοδοτημένες εγκαταστάσεις, και οι οποίοι θα προβούν εντός τριών ετών σε νομιμοποίηση των μονάδων τους. Όλες οι άδειες, εγκρίσεις και αποτελέσματα ελέγχων θα αναρτώνται στο διαδίκτυο, και παράλληλα θα τηρείται στο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων υπομητρώο όλων των κτηνοτροφικών εγκαταστάσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο θα είναι ελεγχόμενη η κτηνοτροφική παραγωγή, θα διασφαλίζεται η τήρηση των αναγκαίων υγειονομικών όρων, θα είναι εφικτή η απορρόφηση επιδοτήσεων από περισσότερες κτηνοτροφικές μονάδες και θα είναι πιο εύκολη η προώθηση των πιστοποιημένων προϊόντων μας στη διεθνή αγορά.
Βασική αλλαγή που επέρχεται είναι, επίσης, η αδειοδότηση με τη διαδικασία «μιας στάσης», όπως έχει ήδη θεσμοθετηθεί και για τη σύσταση εταιριών, καθώς και η απλοποίηση των απαιτούμενων εγκρίσεων μειώνοντας ανάλογα και το σχετικό κόστος, αλλά και η σύσταση τριμελούς πλέον Επιτροπής Σταυλισμού σε κάθε περιφερειακή ενότητα, διατάξεις που θα επιταχύνουν σημαντικά όλες τις διαδικασίες αδειοδότησης και ελέγχου των κτηνοτροφικών μονάδων.
Ιδιαίτερα πρέπει να τονίσουμε την αλλαγή του τρόπου αδειοδότησης των μικρών μονάδων, όπου το αποδεικτικό κατάθεσης της αίτησης έχει την ισχύ άδειας εγκατάστασης και κατόπιν διενεργείται έλεγχος, και πάντος εντός μηνός, αλλά και τη δυνατότητα που δίνεται στους φορείς κτηνοτροφικών μονάδων να διαθέτουν οι ίδιοι τα προϊόντα τους στις λαίκές αγορές (χωρίς δηλαδή την παρεμβολή μεσαζόντων), διατάξεις που θα βοηθήσουν ιδιαίτερα τους μικρούς παραγωγούς και νέους κτηνοτρόφους.
Τέλος, θα δώσει άλλη προοπτική και ώθηση στην κτηνοτροφία η δημιουργία κτηνοτροφικών μονάδων καινοτομίας, που σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια της χώρας θα υλοποιούν καινοτόμες ιδέες για τον εκσυγχρονισμό των κτηνοτροφικών μας εγκαταστάσεων, αλλά και για να καταστούν πιο ελκυστικά και ανταγωνιστικά τα προϊόντα μας στη διεθνή αγορά.
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να δοθούν κίνητρα για την παραγωγή καινοτόμων προϊόντων και ειδικών προϊόντων από γάλα αιγών. Είμαστε η πρώτη χώρα στην Ευρώπη σε πληθυσμό αιγών, που αγγίζει περίπου τα πέντε εκατομμύρια (5.000.0000). Συγκεκριμένα, έχουμε το 47,6% των αρμεγόμενων αιγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εντούτοις η αιγοτροφία αποτελεί το λιγότερο εκσυγχρονισμένο κλάδο της κτηνοτροφίας.
Παράλληλα, πρέπει να αναπτυχθεί η βιολογική κτηνοτροφία ταυτόχρονα με τη βιολογική καλλιέργεια, με απώτερο σκοπό τη βιώσιμη ανάπτυξη, δηλαδή την αύξηση του εισοδήματος των κτηνοτρόφων με σεβασμό προς το περιβάλλον. Για τον ίδιο λόγο πρέπει να ενισχύεται η σταβλισμένη κτηνοτροφία και να απορροφά τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις ή άλλως να ελέγχεται απόλυτα η ελεύθερη βόσκηση και ειδικά όταν πρόκειται για δασικές εκτάσεις στο στάδιο της αναγέννησης, μετά από πυρκαϊά.
Είναι αδιαμφισβήτητο ότι έχουμε δυνατότητες για παραγωγή ζωικών προϊόντων πολύ καλής ποιότητας και απολύτως ασφαλών για την υγεία, τα οποία επιζητεί όλο και περισσότερο ο σημερινός καταναλωτής.
Οφείλουμε, λοιπόν, να οργανώσουμε την κτηνοτροφία και να ενθαρρύνουμε τους κτηνοτρόφους που ήδη δραστηριοποιούνται αλλά και νέους ανθρώπους να αναλάβουν σχετική επιχειρηματική πρωτοβουλία. Πρέπει να βελτιωθεί το επίπεδο τιμών του παραγωγού, να δοθούν κίνητρα και ενισχύσεις, να αναγάγουμε τον πρωτογενή τομέα σε μοχλό ανάπτυξης της οικονομίας, θωρακίζοντας τη χώρα απέναντι στην διαφαινόμενη επισιτιστική κρίση, αλλά και ενισχύοντας την εξαγωγική της δύναμη.
Το σημερινό νομοσχέδιο είναι ομολογουμένως μία καλή αρχή. Η βάση για να στηριχθούν σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον κτηνοτροφικό τομέα και οφείλουμε να το υπερψηφίσουμε, αναμένοντας άμεσα και συμπληρωματικές ενέργειες για την οργάνωση και ενίσχυση της κτηνοτροφίας.