Ομιλία για το Πειθαρχικό Δίκαιο Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου»-επί των άρθρων - 06/03/2012

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Επιχειρώντας έναν ορισμό θα έλεγα ότι πειθαρχικό παράπτωμα συνιστά κάθε παράβαση του υπαλληλικού καθήκοντος, από την ανάρμοστη συμπεριφορά και την αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων, μέχρι το χρηματισμό ή την εκμετάλλευση της δημοσιοϋπαλληλικής ιδιότητας για εξυπηρέτηση αλλότριων συμφερόντων.
Σημαντικότερα εξ όλων, βέβαια, είναι τα φαινόμενα διαφθοράς που τραυματίζουν την κοινωνική δικαιοσύνη και πλήττουν την εθνική οικονομία.
Στην άμεση ζημία από πιθανό χρηματισμό υπαλλήλου, μη βεβαίωση προστίμων, υπεξαίρεση χρημάτων από το δημόσιο ταμείο κλπ., πρέπει να συνυπολογίσουμε και τη ζημιά από το αίσθημα ανασφάλειας και αβεβαιότητας που δημιουργείται και απωθεί τους όποιους πιθανούς επενδυτές, αλλά και το κόστος από την αστική ευθύνη του Δημοσίου (δυνάμει των άρθρων 105- 106 ΕισΝΑΚ). Και να τονίσουμε στο σημείο αυτό την ανάγκη να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός αναζήτησης από τους υπαίτιους υπαλλήλους των καταβαλλόμενων από το κράτος αποζημιώσεων.
Το πειθαρχικό φαινόμενο, βέβαια, πέρα από την κυρωτική του διάσταση, την αποδοκιμασία, δηλαδή, και τιμωρία μιας συμπεριφοράς, έχει και την ουσιαστική διάσταση, που είναι και η βασικότερη. Δηλαδή, η τήρηση από τα όργανα του κράτους συμπεριφοράς σύννομης και προσήκουσας, ώστε να εκπληρώνεται ο σκοπός της Υπηρεσίας, ήτοι η ομαλή δράση του κράτους και η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Την καταστολή των φαινομένων διαφθοράς στο δημόσιο τομέα δυσχεραίνει σημαντικά η απροθυμία των πολιτών να προβούν σε σχετικές καταγγελίες, απογοητευμένοι από τη γενική ατιμωρησία και συγκάλυψη, ως απόρροια της συνήθους αλληλοϋποστήριξης των συναδέλφων.
Πρέπει, λοιπόν, να γίνει κατανοητό ότι για την επιτυχία της όποιας προσπάθειας, και είναι γεγονός ότι με το σημερινό νομοσχέδιο γίνεται μια αξιόλογη προσπάθεια αναβάθμισης των διατάξεων του πειθαρχικού δικαίου, είναι αναγκαία και η ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των πολιτών.
Θα επικεντρωθώ σε ορισμένα άρθρα και στις βασικές τροποποιήσεις που επέρχονται με το σημερινό νομοσχέδιο.
Ξεκινώντας από το άρθρο πρώτο, να επισημάνω ότι κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση οι τροποποιήσεις που επέρχονται στις διατάξεις για τη δυνητική θέση σε αργία (άρθρο 104 ΥΚ).
Η θέση σε αργία δεν συνιστά πειθαρχική ποινή, αλλά εξαιρετικό διοικητικό μέτρο προσωρινού χαρακτήρα, που χωρίς να προδικάζει ενοχή, αποσκοπεί στην άμεση απομάκρυνση του υπαλλήλου από την υπηρεσία για λόγους δημοσίου συμφέροντος –χωρίς να λύεται η υπαλληλική σχέση- και μέχρι να αποφανθεί το πειθαρχικό συμβούλιο περί της ενοχής.
Στο πλαίσιο αυτό σωστά το μέτρο της δυνητικής θέσης σε αργία πλέον μπορεί να ληφθεί σε κάθε περίπτωση άσκησης πειθαρχικής δίωξης, και κρίνεται ανά έτος η συνέχιση ή άρση του μέτρου, με γνώμονα πάντοτε την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
Όσον αφορά τις βασικές αλλαγές που επέρχονται, αυτές είναι:
-                 H σύσταση πειθαρχικών συμβουλίων, ανεξάρτητων από τα υπηρεσιακά, ώστε να μη μετέχουν πλέον συνδικαλιστές, η αμερόληπτη κρίση των οποίων τίθεται υπό αμφισβήτηση.
-                 Η θέσπιση σύντομων προθεσμιών περάτωσης της προκαταρκτικής εξέτασης, της ένορκης διοικητικής εξέτασης, της πειθαρχικής ανάκρισης και της όλης πειθαρχικής διαδικασίας.
-                 Η αύξηση του χρόνου παραγραφής,
-                 O εξορθολογισμός των ποινών, με την ευχέρεια επιβολής της αρμόζουσας κάθε φορά ποινής, ανάλογα με τις συνθήκες τέλεσης και την προσωπικότητα του υπαλλήλου .
-                 Η ενιαία ρύθμιση και για τους υπαλλήλους των δήμων και των νομικών προσώπων τους, για υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου κλπ.
 
Συγκεκριμένα, όσον αφορά στην περιοριστική πλέον απαρίθμηση των παραπτωμάτων (στο άρθρο 107), αυτή ήταν αναγκαία, προκειμένου να είναι απολύτως σαφές και ορισμένο τι συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα.
Στον ισχύοντα σήμερα Υπαλληλικό Κώδικα γίνεται ενδεικτική αναφορά πειθαρχικών παραπτωμάτων, έχοντας προκαλέσει διχογνωμία (στη θεωρία) κατά πόσο η συνταγματική αρχή του αρ. 7 παρ. 1 του Συντάγματος («nullum crimen nulla poena sine praevia lege») ισχύει και στο πειθαρχικό δίκαιο.
Πολύ ορθά επελέγη πλέον η περιοριστική απαρίθμηση, άρα και η εκ των προτέρων πλήρης γνώση του τι συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, δεδομένου ότι μία πειθαρχική ποινή ή επιβολή διοικητικής κύρωσης μπορεί να είναι ιδιαιτέρως αυστηρή και ορθό είναι να υπάρχει εκ των προτέρων πρόβλεψη από τον υπάλληλο των πιθανών επιπτώσεων των πράξεών του. Έτσι προστατεύεται από αυθαίρετες κρίσεις και διώξεις.
Ορθά, επίσης, στις πειθαρχικές ποινές (άρθρο 109) δεν τίθεται πλέον περιορισμός ανώτερης αλλά κατώτατης ποινής για ορισμένα πιο σοβαρά παραπτώματα.
Οι δύο νέες ποινές που προστέθηκαν (η στέρηση του δικαιώματος συμμετοχής σε διαδικασία επιλογής προϊσταμένου και η αφαίρεση της άσκησης των καθηκόντων προϊσταμένου) είναι επιβεβλημένες, προκειμένου σε θέσεις ευθύνης να τοποθετούνται άτομα με ικανότητες και ήθος.
Σημαντικό, επίσης, είναι ότι πλέον τα αδικήματα που τέλεσε ο υπάλληλος σε προηγούμενη υπηρεσία, τιμωρούνται πειθαρχικά αν δεν έχουν παραγραφεί (άρθρο 110), που είναι και το απολύτως λογικό. Όπως, επίσης, αν λυθεί η υπαλληλική σχέση (άρθρο 113) η πειθαρχική διαδικασία που έχει αρχίσει δεν τερματίζεται και η ποινή εκτίεται, μετατρεπόμενη σε ποινή προστίμου. Έτσι, σε αντίθεση με τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, όπου η όποια καταδικαστική απόφαση δεν εκτελούνταν μετά τη λύση της υπαλληλικής σχέσης, πλέον, πολύ ορθά, ο υπάλληλος δεν απαλλάσσεται των ευθυνών του.
 Στο θέμα της παραγραφής (άρθρο 112), πέρα από την αύξηση του χρόνου, σημαντική καινοτομία είναι ότι στο παράπτωμα απόκτησης οικονομικού οφέλους ή ανταλλάγματος προς το συμφέρον του υπαλλήλου ή τρίτου, η παραγραφή αρχίζει από την ημερομηνία που ο αρμόδιος πειθαρχικώς προϊστάμενος έλαβε γνώση της τέλεσης της πράξης. Διότι στόχος είναι η πάταξη της διαφθοράς με την υποδειγματική τιμωρία υπαλλήλων που έχουν υποπέσει σε τέτοιου είδους παράπτωμα.
Ουσιαστική τροποποίηση έχουμε και στα πειθαρχικά όργανα (άρθρα 116-121), όπου πλέον υπάρχουν διακριτά πειθαρχικά συμβούλια τα οποία δεν ταυτίζονται με τα υπηρεσιακά.  Είναι μία καίρια αλλαγή  με διττή σκοπιμότητα: την ταχύτητα της πειθαρχικής διαδικασίας και την εξασφάλιση πιο αμερόληπτης κρίσης των πειθαρχικών οργάνων.
Βασικό, επίσης, είναι ότι τίθενται προθεσμίες περάτωσης της πειθαρχικής διαδικασίας και της έκδοσης απόφασης (άρθρο 122), της προκαταρκτικής εξέτασης, της Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, της ανακριτικής διαδικασίας (άρθρα 125- 133) προκειμένου να μην χρονίζουν.
Διότι η ταχεία εκκαθάριση βοηθά στον παραδειγματισμό των υπαλλήλων, με τον άμεσο συσχετισμό παραπτώματος- τιμωρίας.
Στο σημείο αυτό πρέπει να βρούμε σύμμαχο και τη Δικαιοσύνη, ώστε να εκδικάζονται άμεσα οι σχετικές υποθέσεις που καταλήγουν στα Δικαστήρια, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη σημασία που έχει η ταχεία εκκαθάριση για την εύρυθμη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης.
Παράλληλα, η ευρεία ευχέρεια ανάθεσης της διενέργειας ΕΔΕ σε υπάλληλο άλλου Υπουργείου, η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στο πειθαρχικό συμβούλιο και η μη συμμετοχή εκπροσώπων της ΑΔΕΔΥ στο Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, συνιστούν τομές στο πειθαρχικό δίκαιο για τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση μιας διαφανούς διαδικασίας και μιας αμερόληπτης κρίσης.
Ήταν παράδοξο αυτό που επί τόσα χρόνια ίσχυε, συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι να καλούνται να κρίνουν πειθαρχικά παραπτώματα υπαλλήλων! Η συμμετοχή μάλιστα δικαστή ή εισαγγελέα και ενός παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου στο πρωτοβάθμιο πειθαρχικό, εξασφαλίζει ορθότερη κρίση και αναμένεται να μειωθούν και οι υποθέσεις που θα εισάγονται στο δευτεροβάθμιο πειθαρχικό.
Τέλος, η επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων αυτών σε όσο το δυνατόν περισσότερες κατηγορίες υπαλλήλων (στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο μόνιμο προσωπικό των δήμων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου αυτών), ήταν μία ανάγκη επιβαλλόμενη από την ενιαία θεώρηση της δράσης της Διοίκησης και τη δίκαιη αντιμετώπιση όσων την υπηρετούν.
Κλείνοντας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να κάνω μια παρατήρηση: Ο δημόσιος υπάλληλος έχει υποχρέωση, αλλά και δικαίωμα να ασκεί τα καθήκοντά του με επιμέλεια και ευσυνειδησία, μέσα στο πλαίσιο της νομιμότητας. Και αυτό θα πρέπει να το έχουν πάνω απ’ όλους υπόψη τους οι επικεφαλής, οι οποίοι πρέπει να δείχνουν το δρόμο της νομιμότητας και της επαγγελματικής αφοσίωσης, και όχι επικαλούμενοι λόγους πολιτικούς ή άλλους να δρουν χωρίς περιορισμούς και να ασκούν ανέλεγκτα την αποφασιστική τους εξουσία.
Με αυτές τις σκέψεις υπερψηφίζω και τα άρθρα.