Ομιλία για τη δίκαιη δίκη και την εύλογη διάρκεια αυτής - 22/02/12

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το δικαίωμα έννομης προστασίας και δικαστικής ακρόασης δεν είναι απλώς ένα συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα. Είναι ένα δικαίωμα θεμελιώδες και άμεσα συνυφασμένο με την ίδια την υπόσταση του κράτους δικαίου. Είναι ένα δικαίωμα, η πραγμάτωση του οποίου καλλιεργεί στους πολίτες αίσθημα δικαιοσύνης και ασφάλειας, ενισχύοντας την κοινωνική συνοχή και τους δημοκρατικούς θεσμούς.
Και ενώ το δικαίωμα της έννομης προστασίας έχει άμεση εφαρμογή χωρίς ανάγκη έκδοσης εκτελεστικού νόμου, εντούτοις η άσκησή του εξαρτάται τελικά από τους εκάστοτε ισχύοντες δικονομικούς κανόνες, που αναλόγως του τι προβλέπουν μπορούν να φτάσουν ακόμη και σε αναίρεση του δικαιώματος. Για το λόγο αυτό και η χώρα μας έχει επανειλημμένως καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Διότι, αν και η παροχή έννομης προστασίας προστατεύεται ως ατομικό δικαίωμα – και μάλιστα μεταξύ των πλέον σημαντικών δικαιωμάτων, που δεν αναστέλλονται ούτε σε κατάσταση πολιορκίας (Σ48 § 1)- στην πράξη λόγω των επιμέρους δικονομικών διατάξεων, και λοιπών βέβαια παραγόντων (π.χ. ελλείψεως προσωπικού και υποδομών)- τελικά η προσφυγή στη δικαιοσύνη δεν εγγυάται την πλήρη αποκατάσταση της επελθούσας βλάβης και την αποτελεσματική κατοχύρωση των δικαιωμάτων του προσφεύγοντος. Και αυτό λόγω των μεγάλων καθυστερήσεων σε όλα τα στάδια της διαδικασίας, στην εκδίκαση, στην έκδοση απόφασης, αλλά και στην καθαρογραφή της.
Να σημειωθεί ότι πάνω από τα 2/3 των καταδικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά της Ελλάδας αφορούν καθυστερήσεις απονομής δικαιοσύνης.
Μόνο το 2009, από τις 69 καταδίκες της Ελλάδας, οι 41 αφορούσαν στην αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση. Και σε κάθε καταδίκη υποχρεωνόμαστε να καταβάλουμε αποζημιώσεις, που κυμαίνονται από τρεις έως δεκατρείς χιλιάδες ευρώ για κάθε προσφεύγοντα.
Άλλωστε, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει επανειλημμένως διατυπώσει την άποψη ότι «δίκαιη δίκη» δεν είναι μόνο αυτή που διεξάγεται από δικαστές ανεξάρτητους και αμερόληπτους, αλλά και αυτή που διεξάγεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, ώστε να μην καθίσταται η δικαιοσύνη γράμμα κενό. Διότι, είναι βέβαιο ότι ακόμα και η αποδοχή του αιτήματος του προσφεύγοντος, δεν συνιστά αποτελεσματική έννομη προστασία, αν η δικαιοσύνη δεν αποδοθεί σύντομα, όπως συνάγεται από το άρθρο 20§1 του Συντάγματος, και όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο 6§1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Σίγουρα, το μεγάλο πρόβλημα των καθυστερήσεων στη δικαιοσύνη δεν είναι κάτι καινούριο. Άλλωστε μέσα σ’ ένα χρόνο έχουμε κάνει και άλλες αντίστοιχες προσπάθειες με τους νόμους 3900 και 3904/2010 και το ν. 3994/2011 για τη βελτίωση και επιτάχυνση της διοικητικής, ποινικής και πολιτικής δικαιοσύνης αντίστοιχα κι αναμένουμε να αποδώσουν και αυτές τα σχετικά αποτελέσματα.
Το σημερινό νομοσχέδιο συμπληρώνει τους νόμους αυτούς, σε μία κρίσιμη χρονική στιγμή. Δεν έρχεται να διορθώσει απλώς τα κακώς κείμενα στον τρόπο απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό το αίσθημα ασφάλειας στην αγορά στην πιο δύσκολη οικονομική συγκυρία για τη χώρα μας.
Το μεγαλύτερο κόστος από τις καθυστερήσεις της Δικαιοσύνης, πέρα βέβαια από το πλήγμα στη λειτουργία μιας ευνομούμενης πολιτείας, δεν είναι οι καθόλου ευκαταφρόνητες, βέβαια, αποζημιώσεις που καλούμαστε κάθε φορά να καταβάλουμε. Αυτές είναι απλώς το άμεσα αποτιμητέο κόστος. Η μεγαλύτερη ζημιά στην οικονομία μας επέρχεται από την ανασφάλεια που γεννάται στους πιθανούς επενδυτές.
Ένα αξιόπιστο και ταχύ σύστημα απονομής δικαιοσύνης φέρνει σταθερότητα σε όλους τους τομείς -στην κοινωνική, αλλά και στην οικονομική ζωή του τόπου- δημιουργώντας έτσι πρόσφορο έδαφος για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, τόνωση της επιχειρηματικότητας και γενικά της οικονομικής δραστηριότητας. Σε αυτό ακριβώς συντελούν και οι διατάξεις του σημερινού νομοσχεδίου.
Μεταξύ των νέων ρυθμίσεων ενδεικτικά αναφέρω την ταχεία διεκπεραίωση απλών υποθέσεων που απασχολούν τα δικαστήρια και ταλαιπωρούν τους πολίτες άσκοπα (όπως τα συναινετικά διαζύγια, η δημοσίευση καταστατικού σωματείου, η δημοσίευση και κήρυξη κυρίας διαθήκης, η έκδοση κληρονομητηρίου κλπ.), το σύντομο προσδιορισμό των εργατικών διαφορών και των υποθέσεων που αφορούν σχέσεις γονέων και τέκνων, την έκδοση απόφασης ασφαλιστικών μέτρων μέσα σε 48 ώρες, την απλοποίηση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης και διαταγής απόδοσης μισθίου.
Επιπλέον, μεγάλος όγκος υποθέσεων μεταφέρεται στα ειρηνοδικεία και σε μονομελή δικαστήρια ελαφρύνοντας ακόμη περισσότερο τις πολυμελείς συνθέσεις. Ιδιαίτερη σημασία έχει αυτό στις οικονομικού αντικειμένου διαφορές των διοικητικών δικαστηρίων, όπου οι διαφορές έως εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ που μέχρι σήμερα δικάζονταν από το τριμέλες πρωτοδικείο, πλέον μεταφέρονται στο μονομελές. Είναι ανάγκη να διεκπεραιωθούν άμεσα όσο το δυνατόν περισσότερες εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις, προκειμένου να εισπραχθούν τα οφειλόμενα και να περιοριστούν οι συνεχώς διογκούμενες φορολογικές επιβαρύνσεις των συνεπών πολιτών. Αρκεί να σκεφτούμε ότι μέχρι τον Οκτώβριο (του 2011) τριάντα εννιά χιλιάδες (39.000) φορολογικές υποθέσεις εκκρεμούσαν  στο διοικητικό πρωτοδικείο Αθηνών, χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε το ποσό των οφειλομένων φόρων στο οποίο αυτές αντιστοιχούν.
Επίσης, σημαντικές είναι οι διατάξεις για την επιτάχυνση της διαδικασίας παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας στο προσυμβατικό στάδιο των δημοσίων συμβάσεων, και οι διατάξεις για τις στρατηγικές επενδύσεις. Είναι επιτακτική η ανάγκη για ταχύτατη επίλυση ζητημάτων που ανακύπτουν σχετικά με παραγωγικές επενδύσεις που επιφέρουν αποτελέσματα σημαντικής εντάσεως στη συνολική εθνική οικονομία και προάγουν την έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση (έργα στη βιομηχανία, στην ενέργεια, στον τουρισμό, στις μεταφορές, στον τομέα της υγείας, σε έργα υψηλής τεχνολογίας και καινοτομίας).
Τέλος, είναι σημαντικό ότι αν και οι διατάξεις αυτές δεν αποδώσουν και παρατηρούνται πάλι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης, θα αναζητούνται (υπηρεσιακά) ευθύνες, ακόμη και με περικοπή αποδοχών.
Παράλληλα, θεσπίζεται και δικαίωμα αποζημίωσης των διαδίκων, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, με αίτηση στα ελληνικά δικαστήρια, χωρίς να απαιτείται προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).
Κύριες και κύριοι συνάδελφοι,
Επειδή η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης τραυματίζει την ίδια την ουσία της Δημοκρατίας και έτσι συμβάλλει στο έλλειμμά της, το σημερινό νομοσχέδιο αποτελεί μία απάντηση.
Γι΄ αυτό ευελπιστούμε ότι συμπληρωματικά και με τις άλλες διατάξεις που έχουν ήδη ψηφιστεί, θα αλλάξει προς το καλύτερο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, προς το συμφέρον των πολιτών, της χώρας, αλλά και των εργαζομένων στο χώρο αυτό (δικαστών, δικηγόρων και δικαστικών υπαλλήλων).