Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015 (18/01/12)

«Επείγουσες ρυθμίσεις που αφορούν την εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015»
 
Κύριοι συνάδελφοι, σε συνθήκες επείγουσες με επιβαλλόμενες πολιτικές αλλά και την υποχρέωση μας να εξορθολογήσουμε τις σχέσεις του κράτους με τα υποκείμενά του αλλά και τους ασκούντες δημόσια υπηρεσία, υπήρξαν και αδικίες.
 
Σήμερα με το υπό συζήτηση νομοσχέδιο επιχειρείται η συνέχεια ρυθμίσεων που άπτονται της εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος, αναγκαίες για την επίλυση εκκρεμοτήτων.
 
Θα αναφερθώ επιλεκτικά σε ορισμένες ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, που θεωρώ ότι επιδέχονται διορθώσεων ή συμπληρώσεων, αφού και ο χρόνος δεν μου το επιτρέπει.
Κατ’ αρχήν, ως προς το Κεφάλαιο Α, πολύ ορθά (με το άρθρο 1) επέρχονται βελτιώσεις στο βαθμολόγιο των υπαλλήλων, με στόχο την ίση μεταχείριση υπαλλήλων με ίδια προσόντα και την άρση ως ένα βαθμό αδικιών που είχαν ανακύψει, αλλά και σε κάθε περίπτωση την επιβράβευση και κινητοποίηση των υπαλλήλων για περαιτέρω επιμόρφωση. Βέβαια, η κατάταξη σε βαθμούς χρήζει πρόσθετων βελτιώσεων.
Κατά τη συζήτηση του ν.4024/2011 τόσο στην αρμόδια Επιτροπή, όσο και στην Ολομέλεια, είχα διατυπώσει τις αντιρρήσεις μου αναφορικά με το άρθρο 28, και είχα ζητήσει τον εξορθολογισμό του συστήματος βαθμολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων.
 
Επαναφέρω την πρότασή μου αυτή διότι θεωρώ ότι με το θεσπισμένο σύστημα κατάταξης σε βαθμούς, οι ήδη υπηρετούντες υπάλληλοι είναι σαφώς αδικημένοι σε σύγκριση με τους νεοδιοριζόμενους, οι οποίοι έρχονται σε χειρότερη βαθμολογική και μισθολογική θέση.
 
Για παράδειγμα, ένα υπάλληλος ΔΕ μπορεί να πάρει το βαθμό Β’ σε είκοσι δύο χρόνια, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 4024/2011, ο υπάλληλος όμως που ήδη υπηρετεί για να καταταγεί στον Β’ βαθμό χρειάζεται είκοσι επτά χρόνια υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 28 του ίδιου νόμου. Αντιστοίχως και στις κατηγορίες Πανεπιστημιακής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ποια είναι η διαφορά εάν ο νεοπροσληφθείς αναγνωρίσει και τα χρόνια εργασίας στον ιδιωτικό τομέα.
 
Πιστεύω ότι δεν δικαιολογούνται αυτές οι διακρίσεις σε βάρος των υπηρετούντων υπαλλήλων, που μάλιστα έχουν παράσχει επί σειρά ετών τις υπηρεσίες τους και έχουν συσσωρευμένη εμπειρία και γνώση και συμβαίνει ίσως για πρώτη φορά να αδικούνται υπηρετούντες σε σχέση με όσους διοριστούν την επομένη της εφαρμογής του νόμου.
 
Είναι επίσης σαφές, ότι με την ταχύτητα που ελήφθησαν οι αποφάσεις για την κατάργηση κενών οργανικών θέσεων και την εργασιακή εφεδρεία, υπό την πίεση των συνθηκών, υπήχθησαν στα ως άνω μέτρα και ορισμένοι φορείς και κατηγορίες προσωπικού που έπρεπε να εξαιρεθούν, διότι διαφορετικά απειλείται η βιωσιμότητα των φορέων αυτών και υποβαθμίζεται έως και καταργείται ο ρόλος τους.
 
Προτού λάβουμε λοιπόν αποφάσεις για το ποιοι θα φύγουν και ποιες θέσεις θα καταργηθούν, έπρεπε πρώτα να έχουμε αποφασίσει ποιες οργανικές θέσεις χρειαζόμαστε σε κάθε Υπουργείο και ποιες ειδικότητες, πόσες είναι οι κενές θέσεις ανά Υπουργείο, πόσες θα καταργηθούν από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, πόσες από το στενό και πόσες από την Αυτοδιοίκηση. Και αφού καταργηθούν, τότε να ξέρουμε τι ελλείψεις δημιουργούνται.
 
Με το να μειώνουμε τον όγκο του Δημοσίου Τομέα χωρίς οργάνωση και προγραμματισμό και ξεκινώντας από όσους έχουν εμπειρία και γνώση, τελικά αναρωτιόμαστε ποιος θα ανασυγκροτήσει το υπάρχον για να πάμε στο καινούργιο και πώς θα εξασφαλιστεί αδιάκοπη λειτουργία του Κράτους, όταν αποδυναμώνονται χρήσιμες υπηρεσιακές μονάδες, σημαντικές για την ασφάλεια της χώρας και τη στήριξη της οικονομίας της, για παράδειγμα Υπουργείο Οικονομίας, Υγείας, Εθνικής Άμυνας, δηλαδή επιστημονικές, διοικητικές και τεχνικές υπηρεσίες.
 
Για παράδειγμα, ανακύπτουν ανάγκες στελέχωσης νέων υπηρεσιακών μονάδων, όπως η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, η οποία πολύ σωστά μετατρέπεται σε Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή. Πώς όμως θα αποσπάσετε για τη στελέχωσή της προσωπικό, όταν με τις μειώσεις προσωπικού, ήδη υπάρχουν ελλείψεις στις Υπηρεσίες;
 
Σήμερα κάνοντας ανασκόπηση των μέτρων διαπιστώθηκαν λάθη, τα οποία και διορθώνουμε. Έτσι, πολύ ορθά εξαιρούνται από τις ανωτέρω διατάξεις το ναυτικό προσωπικό των Πλοηγικών Σταθμών, το εκπαιδευτικό προσωπικό των Ακαδημιών Εμπορικού Ναυτικού, το εκπαιδευτικό προσωπικό των Κέντρων Επιμόρφωσης Στελεχών Εμπορικού Ναυτικού κ.ο.κ.
 
Στο ίδιο πλαίσιο θεωρώ ότι πρέπει να επανεξετάσετε και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις και κυρίως σε υπηρεσίες του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, όπου ναι μεν έπρεπε να γίνουν μειώσεις του αριθμού των θέσεων, αλλά πριν τη μείωση έπρεπε να μεταφερθούν κενές οργανικές θέσεις σε οργανικές μονάδες, όπου υπάρχει ανάγκη και σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των θέσεων που καταργούνται να μην θέτει σε κίνδυνο την αδιάλειπτη λειτουργία των υπηρεσιακών μονάδων, όπως για παράδειγμα την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, το Ναύσταθμο Σαλαμίνας κ.λπ..
 
Ήδη γνωρίζετε ότι υπάρχει μεγάλη μείωση πολιτικού προσωπικού, μετά τις παραιτήσεις και συνταξιοδοτήσεις τα τελευταία χρόνια και είναι άτοπο θέσεις μη επιχειρησιακές να στελεχώνονται από ένστολο προσωπικό, που και στοιχίζει περισσότερο αλλά και δημιουργούνται προβλήματα στη λειτουργική συνέχεια και αποτελεσματικότητα της Διοίκησης. Λυπάμαι βέβαια γιατί δεν είναι κι ο αρμόδιος Υπουργός εδώ.
 
Ως προς τις παραγράφους 9 και 10 του άρθρου 1 και την υποχρέωση δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των πράξεων πρόσληψης ή αποχώρησης του προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και ορισμένου χρόνου με δυνατότητα ανανέωσης, θεωρώ ότι πρέπει να θεσπιστεί η υποχρέωση αυτή και για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου χωρίς δυνατότητα ανανέωσης. Και αυτό για να ελέγχεται απόλυτα αν οι συμβάσεις αυτές πράγματι λήγουν όταν παρέλθει το προκαθορισμένο χρονικό διάστημα. Ταυτόχρονα πρέπει να θεσπιστούν κυρώσεις για την παράβαση των διατάξεων αυτών.
 
Τελειώνοντας με τις ρυθμίσεις του πρώτου άρθρου, να τονίσω ότι είναι θετική η διάταξη για τη συγχώνευση των Γενικών Διευθύνσεων με υποστηρικτικές μονάδες και να επαναλάβω πόσο κρίσιμο είναι να προχωρήσουμε σε δραστική μείωση της πληθώρας των Γενικών Διευθύνσεων, Διευθύνσεων και Τμημάτων τόσο στο Κράτος όσο και στις περιφέρειες αιρετές και αποκεντρωμένες, των θέσεων των συμβούλων και των στελεχών στα Υπουργεία. Να μειώσουμε τουλάχιστον κατά 2/3 τις θέσεις των αντιδημάρχων, αντιπεριφερειαρχών και των συμβούλων συνεργατών στους δήμους και στις περιφέρεις, διότι πέραν του κόστους τελικά ακυρώνεται, αποδυναμώνεται ο ρόλος του Κράτους, της Διοίκησης.
 
Όσον αφορά στο άρθρο 2 του νομοσχεδίου, είναι επόμενο ότι στο σημείο που έφτασαν τα πράγματα πρέπει να στηρίξουμε τους υπερχρεωμένους ΟΤΑ με δανειοδοτήσεις, διευκολύνσεις στα επιτόκια, να εξασφαλίσουμε την παροχή των προνοιακών επιδομάτων, να διασφαλίσουμε την απρόσκοπτη λειτουργία τους και να δρομολογήσουμε την εξυγίανσή τους.
 
Το ζήτημα όμως είναι να δούμε γιατί έφτασαν ορισμένοι δήμοι και περιφέρειες στο σημείο αυτό, να αδυνατούν να διαχειριστούν το χρέος τους και να επιτελέσουν το έργο τους και κατά πόσο υπήρχε διαφάνεια στη διαχείριση. Η οικονομική κρίση ανέδειξε απλώς την κακοδιαχείριση και κατασπατάληση των πόρων και την αδήριτη ανάγκη να ενταθεί ο έλεγχος στις δαπάνες των ΟΤΑ, στις συμβάσεις, στις μελέτες, τα έργα κ.ο.κ. και να είναι συνεχής και να υπάρχει προληπτικός έλεγχος κι από το Ελεγκτικό Συνέδριο, διότι ο ρόλος του είναι η προάσπιση του δημοσίου συμφέροντος.
 
Στο άρθρο 3 θεσπίζονται -ενόψει των συνθηκών- διευκολύνσεις στις καταβολές οφειλών προς το δημόσιο. Στο πλαίσιο αυτό, με πρωτοβουλία του συναδέλφου κ. Γιώργου Κασσάρα, καταθέσαμε πέντε τροπολογίες. Δεν θα τις αναφέρω.
 
Επίσης, συνυπέγραψα και στηρίζω τρεις τροπολογίες που κατέθεσε η κυρία Λούκα Κατσέλη.
 
Όσον αφορά στο άρθρο 6 και συγκεκριμένα τη δυνατότητα που παρέχεται στις δικηγορικές εταιρείες για ίδρυση υποκαταστημάτων, θα ήθελα να εξετάσετε τη δυνατότητα παράλειψης της συγκεκριμένης διάταξης. Είμαι σίγουρη, κύριε Υπουργέ, ότι έχετε λάβει το υπόμνημα των δικηγορικών συλλόγων και είναι γεγονός ότι η διατήρηση της απαγόρευσης σε ελληνικές δικηγορικές εταιρείες να ιδρύουν υποκαταστήματα δεν δημιουργεί πρόβλημα στην ελεύθερη άσκηση επαγγέλματος διασυνοριακά. Είναι θέμα εσωτερικό και στην δύσκολη οικονομική συγκυρία ίσως θα έπρεπε να γίνει δεκτό τουλάχιστον αυτό το αίτημα των δικηγόρων, η πλειονότητα των οποίων δραστηριοποιείται μεμονωμένα και ήδη πλήττονται από την οικονομική κρίση.
 
Τέλος, στο Κεφάλαιο Β πρέπει να εξετάσετε το άρθρο 19 για τον ΕΛΟΤ. Πρόκειται για έναν οργανισμό αξιόπιστο και καταξιωμένο στον τομέα των πιστοποιήσεων. Ποιο το μέλλον άραγε του οργανισμού αυτού αν του αποστερήσουμε την αρμοδιότητα της πιστοποίησης που είναι και η κερδοφόρα; Συντάσσομαι λοιπόν με τη μελέτη τροποποίησης του άρθρου που πρότεινε η κυρία Κατσέλη και ζητώ να το δείτε θετικά.